Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Του σκιουράκ´

Ενας πιτσιρικάς είδι τ´ μάνα τ´ γυμνή κι ρουτάει:
-Μαμά τι ειν αυτό ανάμισα στα πουδάρια σ´;
-Σκιουράκι είνι πιδί μ´...
-Ααααα Μαμά πρόσιξι μη σει δαγκάσ του μνί...

Ου γλυκός καφές...

Στ Σαλουνίκ´...

Ου Παναγιώτς πάει να πιεί φραπιδάκ´ σι καφέ-ζαχαρουπλαστείου.
Τουν φέρν´ ου υπάλληλους...δουκιμάζ´...κι τουν φτύν´!!!

-"Καλά, να με δηλητηριάησ´ γυρεύς;"
-"Γιατί;Έχει κάτι ο καφές;"
-"Γλυκό σι ζήτσα, πως τουν έκανις;"
-"3-1"
-"3-1;;; Ιγώ τουν πίνου 7-1"
-"7-1;;;Να ρίξω 7 κουταλιές ζάχαρη;"
-"Άμα τσιγκουνεύιςι τ´ ζάχαρ´ ρίξι ένα κανταΐφ´ μέσα, ανακάτηψή του κι φέρ' του να του πιω"

Του Τσιουρέκ'

-Αχ Γιαγιά τι καθαρά που είνι τα χιράκια σ´ σήμηρα..... 
-Ζύμουσα τα τσιουρέκια καλό μ´...

(Από "Μασάλια Πολυγύρου-Έτσι κουβέντα να γίνεται)

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Η θειά η Ιυγινεία κι ου Τέρενς Κουϊκ...

Η θειά η Ιυγινεία τ' μπάρμα Λιά τ' Τυρουβούζ' απ' του Βάβδου, είχι πάρ' μια κινούρια Τηλιόρασ' κάπου στα 1980, κι τν' είχι στου σαλόν' .
Κάθι βράδ' τν' είχι παρέα. Έβλιπι καμιά ειδησούδα, κανιένα χουρό, καμιά  τινία, κι πιρνούσι πουλύ καλά. 
Είχι βέβια τν' απουρία, πως πιρνούν απ' του καλώδιου, κι στριμώγνταν μέσα στου κτί τς' τηλιόρασης, αλλά δεν του πουλυέψαχνι γιατί πιρνούσι πουλί καλά...
Ένα βράδ' που έβλιπι ειδήσεις, μπαίλντσι μι τουν Τέρενς Κουϊκ, κι γυρνάει σα τν' Τηλιόρασ' κι τουν λιέει:

-Άντι καλό μ'... τράβα να κοιμθείς τώρα. Κι γω κουράσκα. Ισύ δε βαρέθκης να μλάς τόσις ώρις;

Τουν βλιέπ όμους, να συνιχίζ' να μλάει, χουρίς να τν' ακούει. Παέν', έρχιτι, η θειά η Ιυγινεία, κι τούτους... τίπουτα. Συνιχίζ' να μλάει. Ουπότι ξαναγυρνάει, βγάζ' τν ρόμπα π' φουρούσι, τν' ρίχν' απάν στην ουθόν΄τς' τηλιόρασης, κι τουν λιέει:

-Καλό μ' δε μπουρώ να σι πιρημένου άλλου. Μη μη βλιέπς' θέλου να βάλου τν' νυχτικιά μ'. Σι ρίχνου τν' ρόμπα να μη μη βλιέπς π' θα ξυντηθώ. Άντι, σύρει κι συ για ύπνου, κουράσκης τόσις ώρις...

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Κουρδουκλιέμι....


Οι πατάτις τ' γιούφτου...

Στου Βάβδου, ήταν πριν καμιά κουσαριά κι βάλι, χρόνια, ένας γιούφτους που πάηνι κάθι μέρα πότι στου χουριό, πότι στ' διαστάυρουσ' με τουν δρόμου για Πολύγυρου, κι πλούσι κάτ' πατάτις, ίσια μι πιπόνια. Όλου του χουριό είχι να λιέει για τς' πατάτις αυτές.
Κι τι ουραίης πατάτις, τι νόστμες, τι ψουμουμένις, τί μιγάλις, τι καθαρές, χουρίς σκλίκια κλπ κλπ.
Η φήμ' τ' γιούφτου έφτασι μέχρι τ' Σαλουνίκ. Έρνταν κάθι τόσου, κόσμους κι κουσμάκς, κι έπιρνι πατάτις απ τουν πουλύ πηρηποιητκό γιούφτου.
Μια μέρα όμους, που κάνταν στουν πλάτανου κι έπινι τα τσίπρα τ', είχι γίν' ντίρλα. Είχι αρχίσ' κι έλιγι αλαφράδις. Απάν στν' κουβέντα λοιπόν, αρχνάει ου Σαχίνας να τουν ψαρεύ'...
-Για πέ μας ρε συ, που σκατά τσ' φτιάνς' αυτές τσ' πατάτις; Σι ποιό χουράφ' τσ' βάηζ';
-Παράτα μας ρε Σαχίνα, δε σι λιέου τίπουτα. Αυτό είνι μυστκό...
Μι τα πουλά κι τα λίγα, οι Βαβδινοί πότσαν καλά τουν γιούφτου, μπας κι τουν καταφέρν΄ να τσ' πει σε ποιό χουράφ έβαζι τσ' πατάτις γιατί τσ' είχι φάει η πιριέργεια...
Έτσ' σι κάποια ώρα που η γιούφτους ήταν ντιπ χάλια απ΄τα τσίπρα, γυρνάει κι τσ' λιέει:
-Όσου του χώμα βρουμάει, τόσου πιο μιγάλ' κι νόστιμ' γιένιτι η πατάτα.
Σιατάστσαν οι Βαβδινοί, κι τουν ρουτούν:
-Ποιό χώμα ρε συ βρουμάει ιδώ στ' Βάβδου; Όλα είνι πιντακάθαρα ιδώ.
Κι τότι απλουέτι η γιούφτους:
-Ε... πως... ιδώϊα στου παλιό νικρουταφείου. Μέχρ' πριν 2 χρόνια ήταν σπαρμένου μι πιθαμέν'. Τώρα, είνι σπαρμένου μι τσ' πατάτις μ΄. Εχ' τόσου λίπους, π' αν τσ' αφήσου λίγου παραπάν', θα γιέν σα καρπούζια...!!!!

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

Οι Γιρμανοί...

Δυο φίλ' απ' τ' Μιγάλ' Παναγιά, κίνσαν να παν μι του αυτουκίνητου στν' Αθήνα.
Καθώς πάϊναν, όξου απ' τν' Αθήνα, χτύπσαν κατά λάθους έναν πιζό, που πιρνούσι τουν δρόμου μι τα πουδάρια. Αυνοί οι Μιγαλπαναϊώτις σταματούν, κατιβαίν' , τουν ρίχν' μια ματιά, κι ύστιρα φεύν' πάλ' μι του αυτουκίνητου.
Στου μιταξύ, πλακών' η αστυνουμία, πιριπουλικά, ασθινουφόρα κι προυσπαθούν να τουν συνιφέρν τουν φουκαρά.
Μόλις λίγου αυτός συνιέρχιτι, τουν ρουτάει ου ανοματάρχς' αν ξιέρ' ποιός τουν χτύπσει...

-Μήπως ξέρετε κύριε ποιός σας χτύπησε με το αυτοκίνητο;

-Τι να σας πω κύριε αστυνομικέ... δεν έχω καταλάβει και πολλά... όμως πιστεύω ότι αυτοί που με χτύπησαν ήταν Γερμανοί, απλουέτι ου χτυπμένους.

-Πως το καταλάβατε αυτό κύριε; Μήπως είδατε Γερμανικές πινακίδες αυτοκινήτου; τουν ρουτάει ου αστυνουμικός.

-'Οχι κύριε, απλουέτι ου χτυπμένους, δεν είδα πινακίδες, αλλά όταν ήρθαν από πάνω μου μου είπαν : "...Ασφλάουσαν..."