Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Του Χαλκηδικιωτκου λιξικο...

Αγαπητοιμ´ πατριωτις... Σας βανου ιδώ του Χαλκηδικιωτκου λιξικο, για να μπουρουμι να συνουουμαστι καλιτιρα...

Χαλκηδικιωτικο Λεξικο

Μπουμπούτσ’: (το) (ουσ) το σκαθάρι, το μικρό ζωήφιο
Ξιανιγρώνου: (ρ) βγάζω στην επιφάνεια κάποιες υποθέσεις, φανερώνω κάτι που ήταν ξεχασμένο «Τι του ξιανέγρουσις κι τούτου πλια, καλά του είχι αστουχήσ’»
Αγλέφαρους: (ο) (ουσ) το μέτωπο

Μπρασκιάρ’ς : (ο) (επ) υποτιμητική λέξη «Τι τουν θέλj’ς αυτόν του μπρασκιάρ, δεν είν τ’ς προυκουπίς»
Νουγάει: (ρ) καταλαβαίνει, από το νοώ
Νουή: (η) (ουσ) «Τι νουή μαρί αυτού του ζώου, σκέτους άνθρωπους»
Ασκαμνιά: (η) (ουσ) η μουριά
Μπαμπούσκα : (τα) (ουσ) τα μούρα
Αμπόλj’: (το) (ουσ) το μπόλι
Αμπολιάζω: (ρ.) μπολιάζω

Η περιγραφή της οικοδομής στα Χαλκηδικιωτικα:
Τα μούλτα =το διάστημα από την περίμετρο της οροφής μέχρι τη στέγη.
Η πατουσιά = το πρώτο πάτωμα
Του ταβάν’ = η οροφή
Μαχιές = τα κύρια πλάγια δοκάρια της στέγης
Παπάς = το κεντρικό κάθετο δοκάρι της στέγης
Ντιρέκια = οι στύλοι γενικά
Σκεπαστή = η στέγη
Αστρέχα = ό,τι εξέχει από τη στέγη
Λούκια = υδρορροές
Μπαγναντί (τού) = η οροφή επίχριστος
(η) τσιρτζιβές = ο σκελετός από τα παράθυρα
(του) παραστατό= η κάσα της πόρτας
Μάνταλους ή Πιράτς = ασφαλίζει εσωτερικά πόρτες και παράθυρα
Τρακάτσ’ = το πόμολο της πόρτας
Κάμαρα ή Αχυρίδα = μικρό άνοιγμα εσωτερικό σ’ έναν τοίχο
Γκλαβανή = καταπακτή
Θα: (μόριο) Σαν
Κουρδουκύλj’: (το) (ουσ) σιδερένιο στεφάνι, που το χρησιμοποιούσαν τα παιδιά για παιχνίδι κυλώντας το «Μη τρως τόσου πουλύ, θα κουρδουκύλj’ γίνjκις»
Αβαστάια: (τα) (ουσ) οι βάτοι
Αβάσταγας: (ο) (ουσ) ο βάτος «Ικεί στου χουράφ’ ήταν γιουμάτου αβαστάια, μα ίχι κι κάτ’ βάτσιανα, έφαγακι του φχαριστήθ’κα.»
Βάτσιανα: (τα) (ουσ) τα βατόμουρα
Μπαμπάκους: (ο) (επ) ο καθαρός, ο ασπρούλης «Πλύσ’ κι συ να γίν’ς μπαμπάκους»
Ασκάλα: (η) (ουσ) η σκάλα «Φέρι τ’ν ασκάλα ν’ ανιβούμι στου πατάρ’»
Ντριότ’ς: (ο) (ουσ) παιδικό παιχνίδι
Μανταλίδ’: (το) (ουσ) το τούβλο
Αγιαρκό: (το) (ουσ) το άγριο, το ζωντόβολο «Α, τ’ αγιαρκό ούτι που κάτσι να του κρίνου»

Ανj’κώ : (ρ) νικώ
Μπλουκός : (ο) (ουσ) ο φράχτης, από το πλέκω
Μπρίκι : (το) (ουσ) α)τα γεννητικά όργανα του αγοριού, β) σκεύος που ψήνουν τον καφέ.
Μπιτίζω : (ρ) (ξ.λ.) άλλες μορφές :μπίτσι(αόρ, 3ο ενικό), μπίτσα (αόρ, 1ο ενικό)
«Μπίτσι η γάμους , μασ’ τα χλιάρια»
Βουρλός : (ο) (επ) Ο παλαβωμένος από τις πολλές σκοτούρες.
«Μα ντιπ βουρλός είσι μοι φαίνιτι.»
Λουτφός : (ο) (επ) ο χαζός, ο παλαβός
Κουσβός : (ο) (επ) ο χαζός(όχι με την έννοια της ευφυΐας)
«Ούλου κουσβάδες φκιάνjς’ .Θα παιδαρέλj’ κάνjς΄, κοτζάμ μπάρμπας!»
Σλουιούμι : (ρ) συλλογιέμαι, χρησιμοποιείται και ως ‘περιμένω κάπου/ον για ώρα’
«Σλουιούμαν δυο ώρες στου ιατρείου , μα δεν φάνjκε η γιατρός»
Αστουχώ : (ρ) (αστόισα-αόρ.) ξεχνώ, από το στόχος
«Κύριι, αστόισα να γράψου τ’ντιμουρία που μ’ έβαλις»
Κουπανώ : (ρ) χτυπώ, από τον κόπανο
«Θα σι κουπανήσου μια δε θα θέλj’ς άλλj’»
Παρτσιακλός : (ο) (επ)αυτός που κάνει παλαβομάρες
Προκάνου : (ρ)προλαβαίνω
Τσιουκάνj : (το) (ουσ)το σφυρί
Πουλ’φώθ’κα : (ρ. αορ.) έχω φτάσει σε ένα οριακό σημείο νύστας. Δεν αντέχω άλλο.
«Πουλ’φώθ’κα σ’νύστα. Πρέπ’ να πάου να κοιμ’θώ.»
Προυφ’τώ : Πρό + φτύνω
«Ήρτι κουντά μ’ κι προυτού προυφτάσου να κάνου τίποτα, μι προύφτ’σι. Είχι στου στόμα τα’ νιρό!» Χρησιμοποιείται επίσης και στην περίπτωση, που πιάσουν κάποιον τα γέλια, προτού εκδηλωθεί το αστείο.
Βούζα : (η) (ουσ) η κοιλιά
Τζιαλιάζου : (ρ) λιώνω
Αυγατίζου : Αυξάνω, πολλαπλασιάζω
Γιουρντώ : (ρ) ορμώ
Άια! : επιφώνημα που έχει την έννοια του «δες»
«Άια, πως τα κατάφιρι η Κώτσους! Ούλου δικάρια τα έχ’.»
λόγαρους : (η) (αρσ) (ουσ) η αράχνη
φλάδα : (η) (ουσ) το χαρτί, από το φυλλάδιο
μπαχανιάρς : (ο) (επ) ο αδύνατος, ο ασθενικός
μπρουμτίζου : (ρ) πέφτω μπρούμυτα. πέφτω ξαφνικά
ξιλαμπικάρου : (ρ) ξεκαθαρίζω το μυαλό μου από τις πολλές έννοιες
τσιουλνjαρίζου : (ρ) το νερό που πέφτει απ’ τις στέγες ή κάποιο ψηλό σημείο στο δάπεδο ή στο έδαφος και κάνει τον θόρυβο ‘’τσιουρρρ’’ απ’ όπου μάλλον προήλθε η λέξη
πατράκα : (η) (ουσ) το αποτσίγαρο
τσιλιπής : (ο) (επ) ο ανάφαγος
ραϊάς : (ο) (επ) ο κάλπικος, ο αδύναμος , από το ραγιάς
κασκουρσέ : (το) (ξ.λ.) το φανελάκι
φουρκάλj : (το) (ουσ) η σκούπα {ηχητική λέξη, προέρχεται από τον ήχο που κάνει η ψάθινη σκούπα. Φούρ (ήχος σκούπας) + κάλλος ( το ωραίο) }
άσουγος : (ο) (επ) αυτός που λέει άσχημες λέξεις , α + σόι

δοκήθ’κα : (ρ) θυμήθηκα, προέρχεται από το αρχαίο δοκέω-ω = θυμήθηκα
σγανίζ’ : (ρ) μυρίζει πολύ άσχημα
πέρδικλα : (η) (ουσ) η τρικλοποδιά
το(υ) δο(υ)ξάτο(υ) : (το) (ουσ) ο εξόστης
γκαϊλές : (ο) (ουσ)ο καημός
αβαστάια : (τα) (ουσ) οι βάτοι
χλιάρ’ : (το) (ουσ) το κουτάλι, προέρχεται από το κοχλιάριον
ντουρλάπ’ : (το) (ουσ) η ξαφνική βροχή
γκιουρτζιέλj : (το) (ουσ) το γουρουνόπουλο (το τελικό ''λ'' δεν είναι ούτε ''λ'' ούτε ''λι'' κατά την προφορά. Είναι κάτι ανάμεσα σ' αυτά τα δύο, μ' ένα πολύ ασθενικό ι, που μόλις ακούγεται ταυτόχρονα με το λ. Είναι αρκετά δύσκολο για κάποιον που δεν γνωρίζει την προφορά να το προφέρει σωστά.)
π'λαλώ : (ρ) τρέχω

μπαμπατούρα : (η) (ουσ) η μεγάλη φωτιά

κρένου : (ρ) μιλάω , από το κρέσκω(αρχαίο)
θαραπαμένους : (ο) (επ) ο κατακαημένος (προέρχεται από το αρχαίο θεράπων=δούλος)
τρακάτσ' : (το) (ουσ) το πόμολο (ηχητική λέξη, προέρχεται από τον ήχο που κάνει το πόμολο)
γάτσ(ι)ασα : (ρ)δίψασα
ούμπας : επιφώνημα σιχαμάρας ή απαυδισμού

Ταχιά: (επίρ) αύριο (αρχ. ρίζ.) «Ταχιά θα πάμι σ’τ’ Σαλουνίκ’»
κλιούγκας : (ο) (επ) ο ψηλός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου