Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Ου Χαλκιδικιώτς' πρώτ' φουρά στου Ντράϊβ ιν...

Ου Ζάκης, γνουστός μιρακλής τσ´ γνιαίκις, γύριψη να παέν´ καμιά βόλτα κατά τν´ Σαλουνίκ. 
Αποφάσισι λοιπόν μια μέρα να αφήκ´ του χουριό, απ´ τν´ ουρινή Χαλκιδική, κι τν´ γνιαίκατ´ τν Ανθούλα  μι τα κουρίτσια τ´, κι να πάει σι έναν αξάδιρφου τ´ πό χ´ ένα σπίτ´ στ´ Σαλουνίκ´ στου κέντρου.
Ου αξάδερφους τ´ ου Γιώρς´ γύρβει να τουν πειράξ´ του Ζάκη, μιας κι ήξιρει ότ´ ου αξάδιρφους τ´ ήταν πολύ μιρακλής στ´ γνιαίκις. Τουν λιέει λοιπόν:
-Ζάκη, θα σι παένου απόψι σι ένα μέρους να διούμι καμιά τινία, να διείς πως διασκιδάζουμι ιμείς ιδώ στν´ πόλ´.
Ου Ζάκις, λουλάθκει απ´ τν´ χαρά τ, κι τουν λιέει:
-Ουά ρε Γιώρ´, τι φουβηρή ιδέα έχς ρε; Να πάμι. Εχ´ καμια καλή τινία να διούμι;
-Μη στινουχουριέσι Ζάκη μ´ . Θα σι πάου να διείς μια καλή τινία, απλουέτι ου Γιώρς κι ετριβι τα χέρια τ´ καθώς τοιμάζνταν να ξικνησν´...
Τουν βάζ' λοιπό στου αμάξ' κι τουν ξικνάει για τουν σινιμά.
Οι Γιώρς΄μιγάλ' κουφάλα, είχι σκιδιάσ' να τουν πάει στου ντράιβ ιν, σιαπέρα στου αιρουδρόμιου.
Φτάν' λοιπόν μιτά από καμιά μσή ώρα, κι μπαίν΄μι του αυτουκίνητου μέσα στου ντράιβ ιν. 
Ου Ζάκης σιατάστσει:
-Ουά, ουά, τι είνι τούτου ρε Γιώρ'; Μι του μάξ' μπαίνουμι στου σινιμά; Ρουτάει ου Ζάκης.
-Έτσ΄είνι ιδώ ρε αξάδιρφι, πιρίμινι να αρχινήσ΄του έργου, απλουέτ΄ου Γιώρς., γιλώντας πουνηρά...
Σι καμπόσου, ξικνάει να παίζ΄η τσόντα, που κάθι βράδ' παίζνταν ικεί. Μόλις δε ου Ζάκης είδι τσ' γνιαίκις χουρίς ρούχα, κι τσ΄ηθουπιοιί μι τσ΄μαλαπέρδις σα όξου, άρχισι να ιδρών' κι να φουνάζ'...
-Ουά ρε, ουά, τι γιλενιτι ιδώ ρε Γιώρ; Γιατί ξυγυμνώθκαν; Τι τινία είνι αυτή ρε?
Ου φουκαράς ου Ζάκης δεν είχι ξαναδιεί τέτοια τινία στς΄ζουήτ'. Πρώτ' φουρά είδι τσόντα.
Αφού ξιπέρασι του αρχικό σοκ για μιρικά λιπτά, ξανάρχισι να βλιέπ' κι παράλληλα να χτυπιέτι σαν χταπόδ' κι να τραβάει τα μαλλιά τ'... απ' τν' λουλάδα τ'.
Ου Γιώρς, που στν' αρχή έσπαζι πλάκα, άρχισι να φουβάτι μην πάθ΄ τίπουτα ου Ζάκης.
-Έλα βρε Ζάκη μ' δεν είνι αλήθεια αυτά... Ηθουπιοιί είνι ιτούτ' κι παίζν' τινία. Να τώρα θα φύβγουμι... είπι ου Γιώρσς, κι ξικίνσει να βάλ' μπρός του αμάξ'.
Όμους, ου Ζάκης, είχι πια τριλαθεί. Αρχισι να χτυπιέτι στου αμάξ΄μέσα, να ουρλιάζ' απ' τν' χαρά τ' μι τν' τσόντα, κι έχασι του μυαλό τ'.
Μόλις δε ου Γιώρς, έβαλι μπρός να φύγν, ανοίγ' τν' πόρτα ου Ζάκης κι βγαίν' όξου απ' τ' αμάξ'.
Ικεί έγινι ου χαμός. Άρχισι να τρέχ' σαν τριλός, σαπάν, σακάτ μέσα στου ντράιβ ιν, κι να κουνάει τα αμάξια απ' τν' λουλάδα τ'.
Ου κόσμους μέσα στα αμάξια σιατάστσει... Δεν ήξιραν όλ' αν έπριπι να γιλάσν΄ή να σκουθούν να αρχίσν' να τρέχν, γιατί ου Ζάκης είζι τριλαθεί μι αυτά που έβλιπι στν' τσόντα.
Σι μια φάσ' λοιπόν, ήταν μέσα σοτ ντράιβ ιν ΄δενα μικρό φουρτηγάκ' μι μιλήσσια. Ου ουδηγός τ' μόλις είχι έρτ' απ΄του βνό, κι είχι φέρ' τν' γκόμινα να φτιαχτούν λίγου. Μόνου που είχι κι τα μιλήσσια στν' καρότσα. 
Ουρμάει λοιπόν ου Ζάκης, μέσα στν' λουλάδα τ' ανιβαίν΄απάν΄στν καρότσα, κι άρχισει να κνάει του φουρτηγάκ', να φουνάζ΄πιρίιργα πράματα, κι απο πκάτ' να είνι ου Γιώρς, μι τουν ουδηγό να προυσπαθούν να τουν κατιβάσν'.
Όμους, ου Ζάκης, απ΄ τν' χαρά τ΄που έβλιπι τν' τσόντα, δίν' μια τα μιλήσσια, κι πέφτν' σακάτ' απν, καρότσα κι σπάν. Ρίχν' κι άλλ' μια τα υπόλοιπα μιλίσσια, κι τα αναπουδουγυρνάει κι αυτά. Τότι έγινι ου χαμός. Βγήκαν όλις οι μέλλσις όξου, κι αρχισαν να τσμπούν όποιουν έβρισκαν μπρουστάτς'. Χαμός μέσα στου ντράιβ ιν. Όλ' να τρέχν να κρυφτούν μη τς΄τσμπήσν΄οι μέλσις.
Έτσ' αφού χάλασι τν΄βραδυά ου Ζάκης, ήρτει η αστυνομία κι τουν μάζηψι, κι ου κόσμους τουν φώναζι ένα σουρό, πο καμι σα τριλός μ τν. τσόντα, κι όλ' είχαν ένα σουρό τσμπήματα ατ' τσ' μέλσις...