Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Ου Παρδαλ´ς ου τρουχουνόμους

Μια φουρά πάεινι ου Γιώρς ου Παρδάλς στ´ δλειά. Ήταν τρουχουνόμους.
Τουν έστλαν στ´ διαστάυρουσ´ τς Βάβδου μπας κι μπουρέσ´ να καλυτηρέψ´ τν´ κατάστασ´.
Ξαφνικά βλιέπ´ εναν μητσμένου (μεθυσμενο) στου αντίθιτου ρεύμα, να παέν´ κατά τ´ Σαλουνίκ´ στου ρεύμα που πάενι στουν Πουλύγυρου.
Τουν σταματάει κι τουν λιέει:
-Ρε μπάρμπα, τι έπαθις? Σιατάστσεις (σάστισες)? Που παένσ´?
Κι τουν απανταει ου μπάρμπας:
- Ωχ καλο μ´, θε θμούμι που παένου. Πάντους, όπ´ κι να παένου, μάλλουν άργιασα, γιατι ούλνοι γυρνουν κατά σα πίσου....

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Του πιδί γίνκει μαύρου...


Γραφ´ γράμμα ου Γιουργάρας ου νιόπαντρους, απ´ τ´ Γαλάτστα, στ´ μάνα τ´ που ίνι στν´ Λάρσα :

-Τι φκιάν ´ς μάμα; Γυρεύου να σι πω οτ´ ιπιτέλους απόχτσαμι πιδί κι μεις. Όμους του πρόβλημα είνι οτ´ η γνιαίκα μ´ δεν εχ´ γάλα. Γι αυτό απουφασίσαμι κι του δώκαμι γάλα απού μια μαύρ´ γνιαίκα που γέννσι ιδώ στου χουριό. Τι να σι πω όμους βρε μάμα...βλιέπου τόρα τιλιυταία ότ´ του πιδί μαυρίζ´ όλου κι πιρισσότερου...
Κι τουν απαντάει η μάμα τ´:
-Γιόκα μ´, όταν γιννήθκης ισύ, κι γω δεν είχα γάλα. Αναγκάσκαμι κι μεις να σι δώσουμι γάλα απ´ τν κατσίκα. Αλλά τα κέρατα βλιέπου ότι τώρα τα βγάηζ....

Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Ου Γιουργαρας...

Ξικναει ου Γιουργαρας να παει μι του λιφουρειου απ τ´ Γαλατστα στσ´ Σαλουνικ´.
Ανιβαιν στου λιφουρειου κι ζιταει μι πληρουφουρια...
-Για πες´ μι ρε παλκαρουδιμ´. Ποσου παεν´ ρε του εισιτιριου?
-Πιραστι παρακαλω. Του εισιτιριου κουστιζ´ 2 δραχμες...
Κι ου Γιουραρας, π´ δεν ειχι πουλα λιφτα μαζι τ´ τουν λιεει...
-Καλα , παλικαριμ. Ιγω γιρευου να μι πας για μια δραχμη..Μιτα θα πιρπατισου...

Ου ´θκοσμ´ π´ τα τίναξι...

Στου Βαβδου μια μερα συναντάει η Μαργουδα τν´ Τιρεζα τ´ Μανωλα.
-´´Τι φκιαν´ς Τιρεζα; Ου Μανωλας εινι καλα?´´
-´´Ασι Μαργουδα... Εινι χαλια... Πουλί αρρουστους...´´απλουετι η Τιρεζα.
-´´Ααααα σιγα μαρη.. Μη στινουχουριεσι...σαματι κι ου ´θκοσμ´ π´ τα τιναξι...τουν εβλιαψει;;

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Ου Doctor...

Oυ doctor(γνουστός λουκουβίτς) κάν' ωτοστόπ στουν κόμβου Παλαιοκάστρου.Σταματάει ένα SUV μι κουτσαρισμέν'  βάρκα!
-"Δεν έχω που να σε βάλω ρε φίλε,αν θέλεις ανέβα στην βάρκα"
Ανηβαίν' κι ξικνούν...Μόλις έφτασαν στου "χουριό" πηδάει ου doctor από τν'  βάρκα, ηυχαριστεί τουν τύπου κι φουνάζ'!
-"Πείτε με ρέϊ,ποιος άλλους πέρασι τουν Χουλουμώντα απάν σι βάρκα;"

Μη Φλιέστι ντιπ!!!!

Νεοχώρι... Στάσ'  λιφουρείου... Οι μάνες ξεπροβοδάν τα πιδιά που σπουδαζν τ'  Σαλουνικ΄μι τους σάκους τίγκα στου τάπερ...
Φαίνιτι απου μακρυά του πούλμαν κι αρχίζν να φλούν τα πιδιά τς για καλή βδουυμάδα κλπ.. Σταματάει του λιφουρείου, κατηβαίν' αναμαλλιασμένους ου εισπράκτουρας κι φουνάζ':
- "Μη φλιέστι ντιπ!!!!! Είμαστι τίγκα!!!!"

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Του διλητηριου.....

Πάει η θειά η Μαρίγια να πιεί τσίπουρου απ' του πουτηρ' τ´ μπάρμπα Γιωρ....
-"-Ουϊ μαρ' δηλητήριου εινι, πως του πίνς....?"
Κι λιέει ου μπαρμπα Γιωρς´:
- " Όχ' για να διείς τι τραβούμι κάθι μέρα στα καφινεία..."

Η κληρουσ´ τ´ σπιτιου τ´ Ραμωνα....

Ηταν μια φουρα στου Βαβδου, ου Ραμονας ου Κωτσιους μι τουν αδιρφοτ´ τουν Χρηστου. Αφου τα τιναξι η μανατσ´ εφτασι η ωρα να ιδουν ποιος θα παρ, του πανου σπιτ´ κι ποιος του κατου. Του πανου σπιτ´, δηλαδη ου πανου ορουφους ειχει καλη θεα κατα τ´ Σαλουνικ´. Του κατου σπιτ´ ειχει θεα σι κατ´ τσαλια, κι στου κουτετσ´ τς´ κυρα Λιενας.
Καντι λοιπον χαμπλα οι Ραμωνιες, να καμν´ τν´ κληρουσ´. Τραβαει ου Κωτσιους του χαρτι, κι πιτιχαιν´ του απαν, σπιτ´. Τοτι λοιπον, ου Χρηστους, π´ δεν τουν αρισι ντιπ, αυτο, τουν λιεει:
- Αιντι, Κωτσιου, μπραβου, να του χαιρισι του σπιτ´. Μι του καλο...ομους ιγο θα φκιασου κατ´ αλλου. Λιεου να του γκριμισου του απουπκατ, κι να του σπειρου ζαρζαβατια .!!!

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Η στάθμ´ απ´ του Ουισκ´...

Δυο λουκουβίτες συναντιόντι μιτά του Σαββατουκύριακου τσ´ Απουκριάς!
-"Σι είδα του Σάββατου στ' Βαβέλ"
-"Εγώ δεν σι είδα γιατί είχα πιει τόσου πουλύ ουίσκ´ που η στάθμ´ έφτανι ως τα μάτια κι δεν έβλιπα καλά..."

Του Χαλκηδικιωτκου λιξικο...

Αγαπητοιμ´ πατριωτις... Σας βανου ιδώ του Χαλκηδικιωτκου λιξικο, για να μπουρουμι να συνουουμαστι καλιτιρα...

Χαλκηδικιωτικο Λεξικο

Μπουμπούτσ’: (το) (ουσ) το σκαθάρι, το μικρό ζωήφιο
Ξιανιγρώνου: (ρ) βγάζω στην επιφάνεια κάποιες υποθέσεις, φανερώνω κάτι που ήταν ξεχασμένο «Τι του ξιανέγρουσις κι τούτου πλια, καλά του είχι αστουχήσ’»
Αγλέφαρους: (ο) (ουσ) το μέτωπο

Μπρασκιάρ’ς : (ο) (επ) υποτιμητική λέξη «Τι τουν θέλj’ς αυτόν του μπρασκιάρ, δεν είν τ’ς προυκουπίς»
Νουγάει: (ρ) καταλαβαίνει, από το νοώ
Νουή: (η) (ουσ) «Τι νουή μαρί αυτού του ζώου, σκέτους άνθρωπους»
Ασκαμνιά: (η) (ουσ) η μουριά
Μπαμπούσκα : (τα) (ουσ) τα μούρα
Αμπόλj’: (το) (ουσ) το μπόλι
Αμπολιάζω: (ρ.) μπολιάζω

Η περιγραφή της οικοδομής στα Χαλκηδικιωτικα:
Τα μούλτα =το διάστημα από την περίμετρο της οροφής μέχρι τη στέγη.
Η πατουσιά = το πρώτο πάτωμα
Του ταβάν’ = η οροφή
Μαχιές = τα κύρια πλάγια δοκάρια της στέγης
Παπάς = το κεντρικό κάθετο δοκάρι της στέγης
Ντιρέκια = οι στύλοι γενικά
Σκεπαστή = η στέγη
Αστρέχα = ό,τι εξέχει από τη στέγη
Λούκια = υδρορροές
Μπαγναντί (τού) = η οροφή επίχριστος
(η) τσιρτζιβές = ο σκελετός από τα παράθυρα
(του) παραστατό= η κάσα της πόρτας
Μάνταλους ή Πιράτς = ασφαλίζει εσωτερικά πόρτες και παράθυρα
Τρακάτσ’ = το πόμολο της πόρτας
Κάμαρα ή Αχυρίδα = μικρό άνοιγμα εσωτερικό σ’ έναν τοίχο
Γκλαβανή = καταπακτή
Θα: (μόριο) Σαν
Κουρδουκύλj’: (το) (ουσ) σιδερένιο στεφάνι, που το χρησιμοποιούσαν τα παιδιά για παιχνίδι κυλώντας το «Μη τρως τόσου πουλύ, θα κουρδουκύλj’ γίνjκις»
Αβαστάια: (τα) (ουσ) οι βάτοι
Αβάσταγας: (ο) (ουσ) ο βάτος «Ικεί στου χουράφ’ ήταν γιουμάτου αβαστάια, μα ίχι κι κάτ’ βάτσιανα, έφαγακι του φχαριστήθ’κα.»
Βάτσιανα: (τα) (ουσ) τα βατόμουρα
Μπαμπάκους: (ο) (επ) ο καθαρός, ο ασπρούλης «Πλύσ’ κι συ να γίν’ς μπαμπάκους»
Ασκάλα: (η) (ουσ) η σκάλα «Φέρι τ’ν ασκάλα ν’ ανιβούμι στου πατάρ’»
Ντριότ’ς: (ο) (ουσ) παιδικό παιχνίδι
Μανταλίδ’: (το) (ουσ) το τούβλο
Αγιαρκό: (το) (ουσ) το άγριο, το ζωντόβολο «Α, τ’ αγιαρκό ούτι που κάτσι να του κρίνου»

Ανj’κώ : (ρ) νικώ
Μπλουκός : (ο) (ουσ) ο φράχτης, από το πλέκω
Μπρίκι : (το) (ουσ) α)τα γεννητικά όργανα του αγοριού, β) σκεύος που ψήνουν τον καφέ.
Μπιτίζω : (ρ) (ξ.λ.) άλλες μορφές :μπίτσι(αόρ, 3ο ενικό), μπίτσα (αόρ, 1ο ενικό)
«Μπίτσι η γάμους , μασ’ τα χλιάρια»
Βουρλός : (ο) (επ) Ο παλαβωμένος από τις πολλές σκοτούρες.
«Μα ντιπ βουρλός είσι μοι φαίνιτι.»
Λουτφός : (ο) (επ) ο χαζός, ο παλαβός
Κουσβός : (ο) (επ) ο χαζός(όχι με την έννοια της ευφυΐας)
«Ούλου κουσβάδες φκιάνjς’ .Θα παιδαρέλj’ κάνjς΄, κοτζάμ μπάρμπας!»
Σλουιούμι : (ρ) συλλογιέμαι, χρησιμοποιείται και ως ‘περιμένω κάπου/ον για ώρα’
«Σλουιούμαν δυο ώρες στου ιατρείου , μα δεν φάνjκε η γιατρός»
Αστουχώ : (ρ) (αστόισα-αόρ.) ξεχνώ, από το στόχος
«Κύριι, αστόισα να γράψου τ’ντιμουρία που μ’ έβαλις»
Κουπανώ : (ρ) χτυπώ, από τον κόπανο
«Θα σι κουπανήσου μια δε θα θέλj’ς άλλj’»
Παρτσιακλός : (ο) (επ)αυτός που κάνει παλαβομάρες
Προκάνου : (ρ)προλαβαίνω
Τσιουκάνj : (το) (ουσ)το σφυρί
Πουλ’φώθ’κα : (ρ. αορ.) έχω φτάσει σε ένα οριακό σημείο νύστας. Δεν αντέχω άλλο.
«Πουλ’φώθ’κα σ’νύστα. Πρέπ’ να πάου να κοιμ’θώ.»
Προυφ’τώ : Πρό + φτύνω
«Ήρτι κουντά μ’ κι προυτού προυφτάσου να κάνου τίποτα, μι προύφτ’σι. Είχι στου στόμα τα’ νιρό!» Χρησιμοποιείται επίσης και στην περίπτωση, που πιάσουν κάποιον τα γέλια, προτού εκδηλωθεί το αστείο.
Βούζα : (η) (ουσ) η κοιλιά
Τζιαλιάζου : (ρ) λιώνω
Αυγατίζου : Αυξάνω, πολλαπλασιάζω
Γιουρντώ : (ρ) ορμώ
Άια! : επιφώνημα που έχει την έννοια του «δες»
«Άια, πως τα κατάφιρι η Κώτσους! Ούλου δικάρια τα έχ’.»
λόγαρους : (η) (αρσ) (ουσ) η αράχνη
φλάδα : (η) (ουσ) το χαρτί, από το φυλλάδιο
μπαχανιάρς : (ο) (επ) ο αδύνατος, ο ασθενικός
μπρουμτίζου : (ρ) πέφτω μπρούμυτα. πέφτω ξαφνικά
ξιλαμπικάρου : (ρ) ξεκαθαρίζω το μυαλό μου από τις πολλές έννοιες
τσιουλνjαρίζου : (ρ) το νερό που πέφτει απ’ τις στέγες ή κάποιο ψηλό σημείο στο δάπεδο ή στο έδαφος και κάνει τον θόρυβο ‘’τσιουρρρ’’ απ’ όπου μάλλον προήλθε η λέξη
πατράκα : (η) (ουσ) το αποτσίγαρο
τσιλιπής : (ο) (επ) ο ανάφαγος
ραϊάς : (ο) (επ) ο κάλπικος, ο αδύναμος , από το ραγιάς
κασκουρσέ : (το) (ξ.λ.) το φανελάκι
φουρκάλj : (το) (ουσ) η σκούπα {ηχητική λέξη, προέρχεται από τον ήχο που κάνει η ψάθινη σκούπα. Φούρ (ήχος σκούπας) + κάλλος ( το ωραίο) }
άσουγος : (ο) (επ) αυτός που λέει άσχημες λέξεις , α + σόι

δοκήθ’κα : (ρ) θυμήθηκα, προέρχεται από το αρχαίο δοκέω-ω = θυμήθηκα
σγανίζ’ : (ρ) μυρίζει πολύ άσχημα
πέρδικλα : (η) (ουσ) η τρικλοποδιά
το(υ) δο(υ)ξάτο(υ) : (το) (ουσ) ο εξόστης
γκαϊλές : (ο) (ουσ)ο καημός
αβαστάια : (τα) (ουσ) οι βάτοι
χλιάρ’ : (το) (ουσ) το κουτάλι, προέρχεται από το κοχλιάριον
ντουρλάπ’ : (το) (ουσ) η ξαφνική βροχή
γκιουρτζιέλj : (το) (ουσ) το γουρουνόπουλο (το τελικό ''λ'' δεν είναι ούτε ''λ'' ούτε ''λι'' κατά την προφορά. Είναι κάτι ανάμεσα σ' αυτά τα δύο, μ' ένα πολύ ασθενικό ι, που μόλις ακούγεται ταυτόχρονα με το λ. Είναι αρκετά δύσκολο για κάποιον που δεν γνωρίζει την προφορά να το προφέρει σωστά.)
π'λαλώ : (ρ) τρέχω

μπαμπατούρα : (η) (ουσ) η μεγάλη φωτιά

κρένου : (ρ) μιλάω , από το κρέσκω(αρχαίο)
θαραπαμένους : (ο) (επ) ο κατακαημένος (προέρχεται από το αρχαίο θεράπων=δούλος)
τρακάτσ' : (το) (ουσ) το πόμολο (ηχητική λέξη, προέρχεται από τον ήχο που κάνει το πόμολο)
γάτσ(ι)ασα : (ρ)δίψασα
ούμπας : επιφώνημα σιχαμάρας ή απαυδισμού

Ταχιά: (επίρ) αύριο (αρχ. ρίζ.) «Ταχιά θα πάμι σ’τ’ Σαλουνίκ’»
κλιούγκας : (ο) (επ) ο ψηλός

Μάνα έγινα δεκανιέας...

Δικαϊτία '60...Φαντάρους γράφ´ στ´ μάνα τ´:
-"Μάνα έγινα δεκανιέας!!"
Κι η απάντησ´ τσ´ μάνας:
-"Δεκανιέας κι κουραδέας. Έχε του νους μη σι φάν τσ' παράδις, βρε χαζουπούλ´..."

Παλκαρούδια κι κουπιλούδις ιπέστρεψα

Αγαπητοιμ´ αναγνώστις ιπεστριπσα. Μι τ´ νιεα κρισ´ κι τα χαζα που φτιαν´ ου Παπανδρεας κι ου Παπαδημους σκωθκα κι τα βροντηξα σακατ´. Πηρα τα πιδουδιαμ´ κι τουν αντραμ´ κι πηγα στου ιξουτερικό για δλεια. Βρηκα μια καλη ιτιρια που μι πληρων´ καλιες παραδις. Ετσ´ βγαζου καλα λιφτουδακια, κι παραλληλα δινου τ´ αχαμναμ´ ( π´ δεν εχου) στουν Παπαδημα...
Διατηρω ομους τσ´ καταληλις ιπαφες μι τν´ πατριδαμ´ τν´ Χαλκιδικη, ουποτι θα σας ινιμιρωνου τακτικα.