Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Η θειά η Ιυγινεία κι ου Τέρενς Κουϊκ...

Η θειά η Ιυγινεία τ' μπάρμα Λιά τ' Τυρουβούζ' απ' του Βάβδου, είχι πάρ' μια κινούρια Τηλιόρασ' κάπου στα 1980, κι τν' είχι στου σαλόν' .
Κάθι βράδ' τν' είχι παρέα. Έβλιπι καμιά ειδησούδα, κανιένα χουρό, καμιά  τινία, κι πιρνούσι πουλύ καλά. 
Είχι βέβια τν' απουρία, πως πιρνούν απ' του καλώδιου, κι στριμώγνταν μέσα στου κτί τς' τηλιόρασης, αλλά δεν του πουλυέψαχνι γιατί πιρνούσι πουλί καλά...
Ένα βράδ' που έβλιπι ειδήσεις, μπαίλντσι μι τουν Τέρενς Κουϊκ, κι γυρνάει σα τν' Τηλιόρασ' κι τουν λιέει:

-Άντι καλό μ'... τράβα να κοιμθείς τώρα. Κι γω κουράσκα. Ισύ δε βαρέθκης να μλάς τόσις ώρις;

Τουν βλιέπ όμους, να συνιχίζ' να μλάει, χουρίς να τν' ακούει. Παέν', έρχιτι, η θειά η Ιυγινεία, κι τούτους... τίπουτα. Συνιχίζ' να μλάει. Ουπότι ξαναγυρνάει, βγάζ' τν ρόμπα π' φουρούσι, τν' ρίχν' απάν στην ουθόν΄τς' τηλιόρασης, κι τουν λιέει:

-Καλό μ' δε μπουρώ να σι πιρημένου άλλου. Μη μη βλιέπς' θέλου να βάλου τν' νυχτικιά μ'. Σι ρίχνου τν' ρόμπα να μη μη βλιέπς π' θα ξυντηθώ. Άντι, σύρει κι συ για ύπνου, κουράσκης τόσις ώρις...

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Κουρδουκλιέμι....


Οι πατάτις τ' γιούφτου...

Στου Βάβδου, ήταν πριν καμιά κουσαριά κι βάλι, χρόνια, ένας γιούφτους που πάηνι κάθι μέρα πότι στου χουριό, πότι στ' διαστάυρουσ' με τουν δρόμου για Πολύγυρου, κι πλούσι κάτ' πατάτις, ίσια μι πιπόνια. Όλου του χουριό είχι να λιέει για τς' πατάτις αυτές.
Κι τι ουραίης πατάτις, τι νόστμες, τι ψουμουμένις, τί μιγάλις, τι καθαρές, χουρίς σκλίκια κλπ κλπ.
Η φήμ' τ' γιούφτου έφτασι μέχρι τ' Σαλουνίκ. Έρνταν κάθι τόσου, κόσμους κι κουσμάκς, κι έπιρνι πατάτις απ τουν πουλύ πηρηποιητκό γιούφτου.
Μια μέρα όμους, που κάνταν στουν πλάτανου κι έπινι τα τσίπρα τ', είχι γίν' ντίρλα. Είχι αρχίσ' κι έλιγι αλαφράδις. Απάν στν' κουβέντα λοιπόν, αρχνάει ου Σαχίνας να τουν ψαρεύ'...
-Για πέ μας ρε συ, που σκατά τσ' φτιάνς' αυτές τσ' πατάτις; Σι ποιό χουράφ' τσ' βάηζ';
-Παράτα μας ρε Σαχίνα, δε σι λιέου τίπουτα. Αυτό είνι μυστκό...
Μι τα πουλά κι τα λίγα, οι Βαβδινοί πότσαν καλά τουν γιούφτου, μπας κι τουν καταφέρν΄ να τσ' πει σε ποιό χουράφ έβαζι τσ' πατάτις γιατί τσ' είχι φάει η πιριέργεια...
Έτσ' σι κάποια ώρα που η γιούφτους ήταν ντιπ χάλια απ΄τα τσίπρα, γυρνάει κι τσ' λιέει:
-Όσου του χώμα βρουμάει, τόσου πιο μιγάλ' κι νόστιμ' γιένιτι η πατάτα.
Σιατάστσαν οι Βαβδινοί, κι τουν ρουτούν:
-Ποιό χώμα ρε συ βρουμάει ιδώ στ' Βάβδου; Όλα είνι πιντακάθαρα ιδώ.
Κι τότι απλουέτι η γιούφτους:
-Ε... πως... ιδώϊα στου παλιό νικρουταφείου. Μέχρ' πριν 2 χρόνια ήταν σπαρμένου μι πιθαμέν'. Τώρα, είνι σπαρμένου μι τσ' πατάτις μ΄. Εχ' τόσου λίπους, π' αν τσ' αφήσου λίγου παραπάν', θα γιέν σα καρπούζια...!!!!

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

Οι Γιρμανοί...

Δυο φίλ' απ' τ' Μιγάλ' Παναγιά, κίνσαν να παν μι του αυτουκίνητου στν' Αθήνα.
Καθώς πάϊναν, όξου απ' τν' Αθήνα, χτύπσαν κατά λάθους έναν πιζό, που πιρνούσι τουν δρόμου μι τα πουδάρια. Αυνοί οι Μιγαλπαναϊώτις σταματούν, κατιβαίν' , τουν ρίχν' μια ματιά, κι ύστιρα φεύν' πάλ' μι του αυτουκίνητου.
Στου μιταξύ, πλακών' η αστυνουμία, πιριπουλικά, ασθινουφόρα κι προυσπαθούν να τουν συνιφέρν τουν φουκαρά.
Μόλις λίγου αυτός συνιέρχιτι, τουν ρουτάει ου ανοματάρχς' αν ξιέρ' ποιός τουν χτύπσει...

-Μήπως ξέρετε κύριε ποιός σας χτύπησε με το αυτοκίνητο;

-Τι να σας πω κύριε αστυνομικέ... δεν έχω καταλάβει και πολλά... όμως πιστεύω ότι αυτοί που με χτύπησαν ήταν Γερμανοί, απλουέτι ου χτυπμένους.

-Πως το καταλάβατε αυτό κύριε; Μήπως είδατε Γερμανικές πινακίδες αυτοκινήτου; τουν ρουτάει ου αστυνουμικός.

-'Οχι κύριε, απλουέτι ου χτυπμένους, δεν είδα πινακίδες, αλλά όταν ήρθαν από πάνω μου μου είπαν : "...Ασφλάουσαν..."

Του μάθημα Αγγλικών στ' Σκιά...

Πριν πουλλά χρόνια, στ' Σκιά, ήρτει μια κινούρια δασκάλα απ' του Πολύγυρου, να φκιάσ' μάθμα στα πιδούδια.
Πρώτου μάθμα, είπι να τσ' πει μιρικές λιέξεις στ' Αγγλικά.
Ξικίνσει λοιπόν.
-Καλά μ' πιδούδια θα κλίνουμι σίμιρα τν' κτητική αντουνυμία "Θ' κόμ' "

κι γράφ στουν πίνακα:

-Mine     ->   Θ' κόμ'
 Yours    ->   Θ' κόσ'
 His        ->   Θ' κότ'
 Ours      ->   Θ' κόμας
 Yours    ->   Θ' κόσας
 Theirs   ->    Θ' κότ'ς

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Τσ' Ρέγκας του πατσί...

Κάπουτι πήγει ένας στ' Λουκουβ' για να μαθ' γιατί οι Λουκουβιτες είν' τόσου ξύπν'. Παέν' στου καφινείου, βρίσκ' ένα μπάρμπα κι τουν ρουτά για του μυστκό .
- Ιμείς ιδώια τρώμι τα κιφάλια απ´' τς' ρέγκες. 
Κι φωνάζ' στουν Καφιτζή : 
-Τσάκου δυο ρακιά κι μια ρέγκα.
Δίν' του πατσί στου ξιένου κι τρώει αυτός τ´ ρέγκα.
Αφού τιλειών' λιέει η Μπάρμπας να παραγγιλν' άλλ' μια. Κι λιέει η ξένους : 

Έχω την εντύπωση ότι με κοροϊδευετε.
Κι απουλνιέτι η Μπάρμπας : 

-Διέ τουν  ρε, ένα πατσί έφαϊ κι έβαλι μυαλό!!!

Από Μασάλια Πολυγύρου (Έτσι κουβέντα να γίνεται) στο Facebook

Πως πιρνούν απ' του καλώδιου;

Πριν πουλλά πουλλά χρόνια, στου Βάβδου τσ' Χαλκιδικής, η Θειά η Ιυγινεία, τ' Μπάρμπα Λιά, τ' Τυρουβούζ', κάνταν στου σπίτ' στου σαλόν΄κι έβλιπει πρώτ φουρά μια τηλιόρασ' που αγόρασι για να γλιέπ' καμια ειδησούδα, ή κανα χουρό, π' 'εδειχνει τσ' Κυριακές στν' ΥΕΝΕΔ.
Μο κοίταζι, κοίταζι, κι σλουούνταν...

-Μα καλά, αυνοί που λιέν τσ' ειδήσεις, μες στου κουτί, κουτσά, στραβά στριμώχντι... όμους μέσ' απ' του καλώδιου, πως πιρνούν οι σκουτνοί;

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Του καντάρ'

Βάβδος...

Πριν πααααααααααρα πουλλά χρόνια!!!
Ου μκρός παέν' στου σκουλειό κι μαθαίν' νέα κι ινδιαφέρουντα πράματα. Του μησμέρ' π΄ γύρσει στου σπίτ', ου αγράμματους πατέρας τ' τουν ρουτάει...
-"Και τι έμαθατι σήμιρα στου σκουλειό;"
-"Σήμιρα έμαθαμι πως η γη ζγίζ' πέντι ιξάκις ικατουμμύρια τόν'."
-"Σας έμαθαν ότ' ζγίζ' τόσου πουλύ;
-"Ναι ναι"
-"Κι που ρε του κρέμασαν του καντάρ' για να μπορέσν να τ' ζυγίσ'ν";;;;;;

(Από Μασάλια Πολυγύρου στο Facebook)

Η πιο συχνή συζήτησ´ τσ´ Χαλκιδικής


-Μ´ που ξιέρου ιγώ ρε;
-Μ´ καλά ρε...κι ποιός  ξιέρ´;
-Μ´ κι που θέλς να ξιέρου ιγώ ρε ποιός ξιέρ; Ότ´ ξιέρς, ξίερου...
-Μ´ ξιράδιασ´ τότι ρε άμα διν ξιέρς... Τάχα τι σκατά ξιέρς;

Από Χαλκιδικιώτικα Μουχαμπέτια

Η κόλασ´ είνι ιδώια...

Ρουτάει η Μπαλάσου τ´ Τσικούρα τν´ κόρη τσ´:
-Τι έχς κουρίτσι μ´; Χουρίσατι μι του Μχάλ';
-Όχ´ βρε μάμα, του αντίθιτου. Ου Μχάλς μι ζήτσει να τουν παντριφτώ!!
-Κι γιατί στιναχουριέσι βρε κουκόνα μ´; Απλουιέτι η μάνα τσ'...
-Γιατί μι είπι οτ´ είνι άθιους.... Βρε μάμα, ου Μχάλς δε πστέυ καν ουτ´ υπάρχ´ κόλασ´...
-Κι γι αυτό στιναχουρίεσι μαρή; Παντρεψι τουν ισύ αυτόνια κι θα τουν δείξουμι ιμείς πόσου άδικου έχ´!!

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Στόλσι του Βόδ´...

Θεσσαλονίκη: Πωλητής ελάτων από Ταξιάρχη και διάλογος με πελάτισσα:
-Πόσο κάνει αυτό το έλατο κύριε?
-Δικαπέντι χλιάρκα...
-Μα κύριε με δεκαπέντε χιλιάδες αγοράζω ολόκληρο βόδι
-Εεεε τότι πάρι ενα βόδ´ κι στόλσι του για τα Χριστούϊνα...


Από Μασάλια Πολυγύρου: Facebook

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Ου Λιβιές...

Η λουκουβίτσα έχ´ πάρ´  γαμπρό από τν´ Γαλλία μι του όνουμα Olivier (Ολιβιέ).
Οι λουκουβίτις σχουλιάζν´....
"Α ήρτι κι η λιβιές"
Από Μασάλια Πολυγύρου: Facebook

Η μηχανή μι του σασμάν...

Βραστά...
Πριν μερικά χρόνια στα μπουζούκια υπήρχε μια αρκετά ευτραφής τραγουδίστρια...
Ένα βράδυ τραγουδούσε την επιτυχία της Ελένης Βιτάλη "Η κιβωτός".
Όταν έφτασε στον στίχο "Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας" σηκώθηκε ένας Βρασταμνός και της λέει...
"Εσύ κουρίτσι μ' δεν είσι ιξάρτημα. Είσι ουλόκληρ' η μηχανή μαζί μι του σασμάν"
Από Μασάλια Πολυγύρου: Facebook

Ου Τιλουνειακός κι ου μκρός μι τα πουδήλατα

Ου Γιώρς' η Τσικούρας, απ του Βάβδου, ήταν στν' δικαιτία τ' ιξίντα, τιλουνειακός υπάλληλους. Ιπιδή όμους ήταν λίγου αντιδραστικός κι ου Νουμάρχς' για να τουν στρώσ' είπι να τουν στείλ' μιρικούς μήνις στουν Έβρου, στου τιλουνείου, μπας κι σινιέρτ'.
Ου Γιώρσ' μόλις πήγει κατά κει, είπι να δείξ' καλνή εικόνα κι να κάν' τουν ιέλεγχου, όπους πρέπ'.
Τν' πρώτ' μέρα κιόλα, κάνταν στν καρέκλα, όξου απ' του κουβούκλιου τ' τιλουνείου, κι δεν άφνη ούτ' κνούπ' να πιράσ' χουρίς έλεγχου.
Σι κάποια στιγμή, αγναντέυ' έναν μι ένα πουδήλατου, χουρίς τίπουτα άλλου, να γυρεύ' να πιράσ' τα σύνουρα. Ου άνθρουπους ήταν κανουνικά μι τα διαβατήριατ' κ.λ.π. κι δεν είχι κανένα πρόβλημα.
Αφού πέρασι η μέρα, του βράδ' του βλιέπ' να έρχιτι μι τα πουδάρια απν' Τουρκιά, κι σινάμινους κουνάμινους να πιρπατάει κατά του χουριό.
Τν, ιπόμιν' μέρα, πάλι τα ίδια. Ου μκρός, μι του πουδήλατου, γυρεύ' να πιράσ' τα σύνουρα πάλι. Του βράδ' ιπίσης, γυρνάει μι τα πουδάρια πάλι απ του τιλουνείου κατά του χουριό.
Αυτό του πράμα, σινιχίσκει πολύν κιρό. Κάθε μέρα τα ίδια. Του προυί μι του πουδήλατου, του βραδ' μι τα πουδάρια. Ώσπου ου Γιώρσ' είπι να τουν ρουτήσ':
-Βρε καλό μ', για πέμι. Τι φτιάνς' κάθι μέρα μι του πουδήλατου; Που τα κρυβς' τα ναρκουτικά; Μήπους μέσα στν' σιέλα;
-Όχ' βρε μπάρμπα. Δεν κουβαλώ ιγώ τέτοια. Πως του σκιέφκης' αυτό;
-Ιά... σιγά που θα μι κουρουιδέψ' ιμιένα. Πέμι ρε κακαβριάκα, που τα κρυβς τα ναρκουτικά; Πέμι κι δε θα σι φκιάσου τίπουτα. Δε θα σι πιάσου. Μο πέμι.
-Άσιμι ρε μπάρμπα. Τίπουτα δε φκιάνου. Γύρνα στν' δλειάς' κι άσιμι.
-Δε σι' αφήνου π' να χτυπιέσι καταϊ. Πέ μι κι δε θα σι πειράξου. Μό γυρεύου να μάθου. Θα σκάσου αν δε μάθου.
-Καλά μπάρμα. Θα σι πω. Δε κβανώ ναρκουτικά όπους λιές. Πουδήλατα κλιέβου κι πάου κι τα πλώ στν' Τουρκιά, κι γυρνώ σπίτ' μι τα πουδάρια, κι τν' τσιέπ' γιμάτ'.