Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Οι πατάτις τ' γιούφτου...

Στου Βάβδου, ήταν πριν καμιά κουσαριά κι βάλι, χρόνια, ένας γιούφτους που πάηνι κάθι μέρα πότι στου χουριό, πότι στ' διαστάυρουσ' με τουν δρόμου για Πολύγυρου, κι πλούσι κάτ' πατάτις, ίσια μι πιπόνια. Όλου του χουριό είχι να λιέει για τς' πατάτις αυτές.
Κι τι ουραίης πατάτις, τι νόστμες, τι ψουμουμένις, τί μιγάλις, τι καθαρές, χουρίς σκλίκια κλπ κλπ.
Η φήμ' τ' γιούφτου έφτασι μέχρι τ' Σαλουνίκ. Έρνταν κάθι τόσου, κόσμους κι κουσμάκς, κι έπιρνι πατάτις απ τουν πουλύ πηρηποιητκό γιούφτου.
Μια μέρα όμους, που κάνταν στουν πλάτανου κι έπινι τα τσίπρα τ', είχι γίν' ντίρλα. Είχι αρχίσ' κι έλιγι αλαφράδις. Απάν στν' κουβέντα λοιπόν, αρχνάει ου Σαχίνας να τουν ψαρεύ'...
-Για πέ μας ρε συ, που σκατά τσ' φτιάνς' αυτές τσ' πατάτις; Σι ποιό χουράφ' τσ' βάηζ';
-Παράτα μας ρε Σαχίνα, δε σι λιέου τίπουτα. Αυτό είνι μυστκό...
Μι τα πουλά κι τα λίγα, οι Βαβδινοί πότσαν καλά τουν γιούφτου, μπας κι τουν καταφέρν΄ να τσ' πει σε ποιό χουράφ έβαζι τσ' πατάτις γιατί τσ' είχι φάει η πιριέργεια...
Έτσ' σι κάποια ώρα που η γιούφτους ήταν ντιπ χάλια απ΄τα τσίπρα, γυρνάει κι τσ' λιέει:
-Όσου του χώμα βρουμάει, τόσου πιο μιγάλ' κι νόστιμ' γιένιτι η πατάτα.
Σιατάστσαν οι Βαβδινοί, κι τουν ρουτούν:
-Ποιό χώμα ρε συ βρουμάει ιδώ στ' Βάβδου; Όλα είνι πιντακάθαρα ιδώ.
Κι τότι απλουέτι η γιούφτους:
-Ε... πως... ιδώϊα στου παλιό νικρουταφείου. Μέχρ' πριν 2 χρόνια ήταν σπαρμένου μι πιθαμέν'. Τώρα, είνι σπαρμένου μι τσ' πατάτις μ΄. Εχ' τόσου λίπους, π' αν τσ' αφήσου λίγου παραπάν', θα γιέν σα καρπούζια...!!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου