Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Η πιο συχνή συζήτησ´ τσ´ Χαλκιδικής


-Μ´ που ξιέρου ιγώ ρε;
-Μ´ καλά ρε...κι ποιός  ξιέρ´;
-Μ´ κι που θέλς να ξιέρου ιγώ ρε ποιός ξιέρ; Ότ´ ξιέρς, ξίερου...
-Μ´ ξιράδιασ´ τότι ρε άμα διν ξιέρς... Τάχα τι σκατά ξιέρς;

Από Χαλκιδικιώτικα Μουχαμπέτια

Η κόλασ´ είνι ιδώια...

Ρουτάει η Μπαλάσου τ´ Τσικούρα τν´ κόρη τσ´:
-Τι έχς κουρίτσι μ´; Χουρίσατι μι του Μχάλ';
-Όχ´ βρε μάμα, του αντίθιτου. Ου Μχάλς μι ζήτσει να τουν παντριφτώ!!
-Κι γιατί στιναχουριέσι βρε κουκόνα μ´; Απλουιέτι η μάνα τσ'...
-Γιατί μι είπι οτ´ είνι άθιους.... Βρε μάμα, ου Μχάλς δε πστέυ καν ουτ´ υπάρχ´ κόλασ´...
-Κι γι αυτό στιναχουρίεσι μαρή; Παντρεψι τουν ισύ αυτόνια κι θα τουν δείξουμι ιμείς πόσου άδικου έχ´!!

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Στόλσι του Βόδ´...

Θεσσαλονίκη: Πωλητής ελάτων από Ταξιάρχη και διάλογος με πελάτισσα:
-Πόσο κάνει αυτό το έλατο κύριε?
-Δικαπέντι χλιάρκα...
-Μα κύριε με δεκαπέντε χιλιάδες αγοράζω ολόκληρο βόδι
-Εεεε τότι πάρι ενα βόδ´ κι στόλσι του για τα Χριστούϊνα...


Από Μασάλια Πολυγύρου: Facebook

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Ου Λιβιές...

Η λουκουβίτσα έχ´ πάρ´  γαμπρό από τν´ Γαλλία μι του όνουμα Olivier (Ολιβιέ).
Οι λουκουβίτις σχουλιάζν´....
"Α ήρτι κι η λιβιές"
Από Μασάλια Πολυγύρου: Facebook

Η μηχανή μι του σασμάν...

Βραστά...
Πριν μερικά χρόνια στα μπουζούκια υπήρχε μια αρκετά ευτραφής τραγουδίστρια...
Ένα βράδυ τραγουδούσε την επιτυχία της Ελένης Βιτάλη "Η κιβωτός".
Όταν έφτασε στον στίχο "Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας" σηκώθηκε ένας Βρασταμνός και της λέει...
"Εσύ κουρίτσι μ' δεν είσι ιξάρτημα. Είσι ουλόκληρ' η μηχανή μαζί μι του σασμάν"
Από Μασάλια Πολυγύρου: Facebook

Ου Τιλουνειακός κι ου μκρός μι τα πουδήλατα

Ου Γιώρς' η Τσικούρας, απ του Βάβδου, ήταν στν' δικαιτία τ' ιξίντα, τιλουνειακός υπάλληλους. Ιπιδή όμους ήταν λίγου αντιδραστικός κι ου Νουμάρχς' για να τουν στρώσ' είπι να τουν στείλ' μιρικούς μήνις στουν Έβρου, στου τιλουνείου, μπας κι σινιέρτ'.
Ου Γιώρσ' μόλις πήγει κατά κει, είπι να δείξ' καλνή εικόνα κι να κάν' τουν ιέλεγχου, όπους πρέπ'.
Τν' πρώτ' μέρα κιόλα, κάνταν στν καρέκλα, όξου απ' του κουβούκλιου τ' τιλουνείου, κι δεν άφνη ούτ' κνούπ' να πιράσ' χουρίς έλεγχου.
Σι κάποια στιγμή, αγναντέυ' έναν μι ένα πουδήλατου, χουρίς τίπουτα άλλου, να γυρεύ' να πιράσ' τα σύνουρα. Ου άνθρουπους ήταν κανουνικά μι τα διαβατήριατ' κ.λ.π. κι δεν είχι κανένα πρόβλημα.
Αφού πέρασι η μέρα, του βράδ' του βλιέπ' να έρχιτι μι τα πουδάρια απν' Τουρκιά, κι σινάμινους κουνάμινους να πιρπατάει κατά του χουριό.
Τν, ιπόμιν' μέρα, πάλι τα ίδια. Ου μκρός, μι του πουδήλατου, γυρεύ' να πιράσ' τα σύνουρα πάλι. Του βράδ' ιπίσης, γυρνάει μι τα πουδάρια πάλι απ του τιλουνείου κατά του χουριό.
Αυτό του πράμα, σινιχίσκει πολύν κιρό. Κάθε μέρα τα ίδια. Του προυί μι του πουδήλατου, του βραδ' μι τα πουδάρια. Ώσπου ου Γιώρσ' είπι να τουν ρουτήσ':
-Βρε καλό μ', για πέμι. Τι φτιάνς' κάθι μέρα μι του πουδήλατου; Που τα κρυβς' τα ναρκουτικά; Μήπους μέσα στν' σιέλα;
-Όχ' βρε μπάρμπα. Δεν κουβαλώ ιγώ τέτοια. Πως του σκιέφκης' αυτό;
-Ιά... σιγά που θα μι κουρουιδέψ' ιμιένα. Πέμι ρε κακαβριάκα, που τα κρυβς τα ναρκουτικά; Πέμι κι δε θα σι φκιάσου τίπουτα. Δε θα σι πιάσου. Μο πέμι.
-Άσιμι ρε μπάρμπα. Τίπουτα δε φκιάνου. Γύρνα στν' δλειάς' κι άσιμι.
-Δε σι' αφήνου π' να χτυπιέσι καταϊ. Πέ μι κι δε θα σι πειράξου. Μό γυρεύου να μάθου. Θα σκάσου αν δε μάθου.
-Καλά μπάρμα. Θα σι πω. Δε κβανώ ναρκουτικά όπους λιές. Πουδήλατα κλιέβου κι πάου κι τα πλώ στν' Τουρκιά, κι γυρνώ σπίτ' μι τα πουδάρια, κι τν' τσιέπ' γιμάτ'.

Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Πόσα χρόνια ζει του γαϊδούρ´;

Ρουτάει ου Γιάννς ου Τσιάτσιαρς απ του Βαβδου τν γνιαικα τ´ π´ κάνταν σα όξου στουν κήπου:
-Για πέμει μαρή Μπουλιώ, ξιέρσ´ πόσα χρόνια ζουν τα γαϊδούρια;
Κι τουν απαντάει αυτήνια:
-Γιατί ρουτάς βρε Γιάνν'; Μήπους δε νιώθς καλα;;;;

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

"...Soixante dix..."

Μαθημα γαλλικών κι η καθηγήτρια φουνάζ´... 
-"Σχοινάς?" Διάβασέ μας το επόμενο μάθημα. 
-"Σι ποιά σιλίδα κύρία ?"
-"Soixante dix (σουασάν ντί) Σχοινάς" τουν απαντάει η καθηγήτρια. 
Κι απαντάει ου Γιάννς´:
-"Ιά... τώρα του γάμσαμε τ´ μάνα....."

Ου πιανίστας μι τα γίδια...

Παλαιόχωρα...
Η Μήτσους τα φκιασι μι μια απ' τν' Μιγάλ´ Παναγιά...Αλλά όμους δε τ'ν είπι πως έχ´ γίδια!
Κάποια στιγμή πήρι η κουπέλα σπίτ' τηλέφουνου κι του σήκουσ´ η μάνα τ'!
Όταν γύρσει η Μήτσιους τουν είπει η μάνα τ' ότ´ τουν πήρει μια κουπέλα!
-"Κι εσύ τι τ'ν είπες;" ρουτάει ου Μήτσιους
-"Ότι είσει στα γίδια.Τι ήθηλεις να τν´ πω; Ότι είσει στου σαλόν' κι παί'ειζ πιάνου;"

Του προυξινιό τ´ Γιώρ´

Ου Γιουργακ´ς ου Τυρουβούηζ (Τυροβούζης) απ´ του Βάβδου, που στου μιταξύ είχι μιτακουμίσ´ στ´ Σαλουνίκ´, είχι ξειμειν´ στου ραφ'  κι δε γύρβει να παντριφτει. Μι τα πουλά, τουν έπεισει του σόϊτ´ να παέν´ να γνουρίσ´ μια νύφ´ απού προυξινιό. Τουν λιέει η αδιρφή τ´ η Φρύνη:
-Γιώρ' κανόνσαμι να πας στου Χουριο, στου Βάβδου να γνουρίησ´ τν νυφ´. Μέν στ´ γιρακνή αλλά θα ερτ´ να σι γνουρίσ´ στου σπίτ´ τσ´ θειάσ´ τσ´ Μπαλάσουσ´
Σκώθκη ου Γιώρς, χμώνα κιρό να πάει στου Βάβδου να γνουρίς τν νύφ´, αν κι δε του γύρβει κι πουλί...
Παίρν´ ένα κουτί πάστις απ´ τουν "Παρακαλώ"  (γνουστός ζαχαρουπλάστσ´ στν πιριουχή Μαρτίου τς Σαλουνίκ´, μι αδυναμία στου Ουθουμανικό...που τουν κουρόϊδιυαν μ´ αυτο τ´ όνουμα γιατί όλ´ τν´ ώρα έλιγι τσ´ πιλάτις παρακαλώ κι παρακαλω κλπ) κι ξικίνσι για του Βάβδου.
Όταν έφτασι στου χουριό, σιατάστσει κι άρχισι να βλαστμάει τν τύχη τ´ γιατί βρήκει πουλί χιόν´ κι πάγου καταϊ, αλλά είπι να πάει στου ραντιβού γιατί φαντάσκι τι θα τουν έσουρναν η μάνα τ´ κι η αδιρφή τ´ αν δε πάεινι κι έλιγι ότ´ είχι χάλια κιρό. Παρκάρ´ λοιπόν τ´ αυτουκίνιτου τ´ σακάτ στου σκουλειό κι είπει ν´ ανέβ´ τν μιγάλ τν ανηφόρα μι τα πουδάρια γιατί μι του γυαλουπάϊ τ´ αυτουκίνητου θα έφτανι στ´ Γαλάτστα απ´ τ´ γλύστρα.
Αρχίζ´ του λοιπόν ν ανιβέν´ στουν πάγου κι του χιόν´ αφού του σπίτ´ π´ θα γιένταν του προυξινιό ήταν σαπάν στν´ ανηφόρα.
Κάθι δυο βήματα όμους, ιπειδή είχι πουλί πάγου, η Γιώρς γλιστρούσι κι ξαναξικνούσι απ´ τν´ αρχή.
Είδι κι απόειδι κι αποφάσισι να ανιέβ´ τν ανηφόρα αρκουδιούντα (στα τέσσιρα). Ετσ´ κι έκανι, κι κρέμασι τα γλυκά με τν´ κουρδέλα τ´ ζαχαρουπλάστ´ απ τα δόδια (δόντια).
Αφού τουν πήρει κάνα μισάουρου ν´ ανιέβ μέχρ´ τν μέσ´ τς ανηφόρας στα τέσσιρα μι τσ´ πάστις στου στόμα, βγαίν´ η Μαρίκα η Ντουντού τ´ Φιλουκλή στου μπαλκόν, που στου μιταξύ κυκλουφόρσι κουτσουμπουλιό οτ´ θα έρνταν ου Γιώρς να διεί μια νύφ' κι τουν λιέει:
-"Αχ καλό μ´, τι λύσσα σ´ έπιασι να έρτσ´ σήμιρα στου χουριό μι τέτοιου κιρό να γνουρίησ´ τν νύφ', κι έρχισι αρκουδιούντα τν´ ανηφόρα μι τα γλυκά στου στόμα; Μη φουβάσι βρε δε θα τ´ χάησ´ τν νύφ´. Ποιός θα τν πάρ´ σάμαντι; Μον´ ισύ! Θκειά σ´ είνι. Τράβα τσ´ Σαλουνίκ κι έλα κατα του καλουκαιρ´ π´ θα χ´ κι καλύτιρου κιρό κι θα χ´ αδυνατίσ´ καμια τριανταριά κιλά η νυφ'."
Μιτά απ´ αυτό ου Γιωρς τν´ κουπανισι κουρδουκλιούντα ως τν´ πλατεία κι δε ξαναφάνκη γιατί δε τσ´ χώνιυει κι πουλί τσ´ καμπάδκις (χοντρές) γνιαίκις...