Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Ου πιανίστας μι τα γίδια...

Παλαιόχωρα...
Η Μήτσους τα φκιασι μι μια απ' τν' Μιγάλ´ Παναγιά...Αλλά όμους δε τ'ν είπι πως έχ´ γίδια!
Κάποια στιγμή πήρι η κουπέλα σπίτ' τηλέφουνου κι του σήκουσ´ η μάνα τ'!
Όταν γύρσει η Μήτσιους τουν είπει η μάνα τ' ότ´ τουν πήρει μια κουπέλα!
-"Κι εσύ τι τ'ν είπες;" ρουτάει ου Μήτσιους
-"Ότι είσει στα γίδια.Τι ήθηλεις να τν´ πω; Ότι είσει στου σαλόν' κι παί'ειζ πιάνου;"

Του προυξινιό τ´ Γιώρ´

Ου Γιουργακ´ς ου Τυρουβούηζ (Τυροβούζης) απ´ του Βάβδου, που στου μιταξύ είχι μιτακουμίσ´ στ´ Σαλουνίκ´, είχι ξειμειν´ στου ραφ'  κι δε γύρβει να παντριφτει. Μι τα πουλά, τουν έπεισει του σόϊτ´ να παέν´ να γνουρίσ´ μια νύφ´ απού προυξινιό. Τουν λιέει η αδιρφή τ´ η Φρύνη:
-Γιώρ' κανόνσαμι να πας στου Χουριο, στου Βάβδου να γνουρίησ´ τν νυφ´. Μέν στ´ γιρακνή αλλά θα ερτ´ να σι γνουρίσ´ στου σπίτ´ τσ´ θειάσ´ τσ´ Μπαλάσουσ´
Σκώθκη ου Γιώρς, χμώνα κιρό να πάει στου Βάβδου να γνουρίς τν νύφ´, αν κι δε του γύρβει κι πουλί...
Παίρν´ ένα κουτί πάστις απ´ τουν "Παρακαλώ"  (γνουστός ζαχαρουπλάστσ´ στν πιριουχή Μαρτίου τς Σαλουνίκ´, μι αδυναμία στου Ουθουμανικό...που τουν κουρόϊδιυαν μ´ αυτο τ´ όνουμα γιατί όλ´ τν´ ώρα έλιγι τσ´ πιλάτις παρακαλώ κι παρακαλω κλπ) κι ξικίνσι για του Βάβδου.
Όταν έφτασι στου χουριό, σιατάστσει κι άρχισι να βλαστμάει τν τύχη τ´ γιατί βρήκει πουλί χιόν´ κι πάγου καταϊ, αλλά είπι να πάει στου ραντιβού γιατί φαντάσκι τι θα τουν έσουρναν η μάνα τ´ κι η αδιρφή τ´ αν δε πάεινι κι έλιγι ότ´ είχι χάλια κιρό. Παρκάρ´ λοιπόν τ´ αυτουκίνιτου τ´ σακάτ στου σκουλειό κι είπει ν´ ανέβ´ τν μιγάλ τν ανηφόρα μι τα πουδάρια γιατί μι του γυαλουπάϊ τ´ αυτουκίνητου θα έφτανι στ´ Γαλάτστα απ´ τ´ γλύστρα.
Αρχίζ´ του λοιπόν ν ανιβέν´ στουν πάγου κι του χιόν´ αφού του σπίτ´ π´ θα γιένταν του προυξινιό ήταν σαπάν στν´ ανηφόρα.
Κάθι δυο βήματα όμους, ιπειδή είχι πουλί πάγου, η Γιώρς γλιστρούσι κι ξαναξικνούσι απ´ τν´ αρχή.
Είδι κι απόειδι κι αποφάσισι να ανιέβ´ τν ανηφόρα αρκουδιούντα (στα τέσσιρα). Ετσ´ κι έκανι, κι κρέμασι τα γλυκά με τν´ κουρδέλα τ´ ζαχαρουπλάστ´ απ τα δόδια (δόντια).
Αφού τουν πήρει κάνα μισάουρου ν´ ανιέβ μέχρ´ τν μέσ´ τς ανηφόρας στα τέσσιρα μι τσ´ πάστις στου στόμα, βγαίν´ η Μαρίκα η Ντουντού τ´ Φιλουκλή στου μπαλκόν, που στου μιταξύ κυκλουφόρσι κουτσουμπουλιό οτ´ θα έρνταν ου Γιώρς να διεί μια νύφ' κι τουν λιέει:
-"Αχ καλό μ´, τι λύσσα σ´ έπιασι να έρτσ´ σήμιρα στου χουριό μι τέτοιου κιρό να γνουρίησ´ τν νύφ', κι έρχισι αρκουδιούντα τν´ ανηφόρα μι τα γλυκά στου στόμα; Μη φουβάσι βρε δε θα τ´ χάησ´ τν νύφ´. Ποιός θα τν πάρ´ σάμαντι; Μον´ ισύ! Θκειά σ´ είνι. Τράβα τσ´ Σαλουνίκ κι έλα κατα του καλουκαιρ´ π´ θα χ´ κι καλύτιρου κιρό κι θα χ´ αδυνατίσ´ καμια τριανταριά κιλά η νυφ'."
Μιτά απ´ αυτό ου Γιωρς τν´ κουπανισι κουρδουκλιούντα ως τν´ πλατεία κι δε ξαναφάνκη γιατί δε τσ´ χώνιυει κι πουλί τσ´ καμπάδκις (χοντρές) γνιαίκις...

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Το αι-δοίο...

Τα παλιά τα χρόνια ήρτη μια κινούρια δασκάλα στου Βάβδου, μι πουλύ προυχουρμένης ιδέις κι είπι να μιλήσ' στα πιδούδια τσ' έκτς δημουτικού για τν' σιξουαλική διαπαιδαγώσησ'.
Ξικήνση λοιπόν του μάθημα και άρχισι να μιλάει για τα γιννητικά όργνανα τσ γνιαίκας και τ' άντρα.
Λιέει λοιπόν:
-Καλά μ' πιδούδια, ξιέρ κανιένας πως του λιέν του όργανο τ' άντρα στν ιπιστημουνική γλώσσα;
Πιτάγιτη ου Γιώρς η Παραδείης, που ήταν ου πιο ξύπνιους σι σχέσ' μι τ' άλλα τα χαϊβάνια κι λιέει:
-Κυρά δασκάλα, η μάνα μ' του πλί τ' πατέρα μ' του φουνάζ' Κίτσιου. Όμους ξιέρου ότ΄ ιπιστημουνικά του λιέν "Μαλαπέρδα".
Η κυρά δασκάλα ανοίγ' κάτ' μάτια κι λιέει:
-Γιώρη μ' δεν τα λιές σουστά. Η σωστή λιέξ ιπιστημουνικά είνι "του Μόριου".
Ξισπούν σι γέλια τα πιδούδια κι γίνκη χαμός. Ρουτάει η κυρά δασκάλα μιτά:
-Ξιέρ κανένα πιδούδ' πως λιέν του γινικείου όργανου;
Πιτάϊτι πάλι ου Γιουργάκς κι λιέει:
-Αυτό του ξιέρου κυρά δασκάλα. Του λιέν "αι-δοίο"
Η δασκάλα πιτάχκη σιαπάν, κι άρχισι να χειρουκρουτάει...
-Μπράβου Γιουργάκ' !!! Του βρήκις!!! Πως του ξιέρς βρε θηρίου;
-Ααααα είνι πανεύκουλου κυρά δασκάλα. Όποια γνιαίκα κι να ρουτήις με πόσνοι άντρις πήγι, θα σ' απαντήις "εεε δυο", ουπότι του έβγαλαν οι ιπιστημόν' "αι-δοίο" για να φαίνιτι πιο σουβαρό !!!!!!

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Τα κόλπα τς' Μαργούδας στου κριβάτ'

Μιτά την τιλιτί τ' γάμου τ', η Γιουργάκ'ς η Κουτσός, πήγι στου σπίτ' μι τη γνιαίκα τ' τν Μαργούδα, να φκιάσν, ότ' τσ' είπαν οι θκοί τ'ς, κι ότ' ήξιραν απου μαναχοί τς απου προηγούμινις σκέσεις π' είχαν.
Όλ' τν νύχτα. η Μαργούδα, έφκιανι πιρίεργα κόλπα, κι ήταν όλου ιπιδιξιότητα σε ότ΄κι να έκανι τουν Γιουργάκ΄.  Τν, ρουτάει λοιπόν οι Γιουργάκς:
- Μαρή Μαργούδα, για πέμι, που τά μαθις ισύ ιτούτα τα κόλπα στου κριβάτ' αφού λιές ότ' πήγεις μον μι δυο άντρις;
-Αχ Γιώργη μ΄, μ΄αρέζ΄να βλιέπου τσόντις, τα βράδυα στου νόβα. Από κει τα μαθα...
Κι τν' απαντάει ου Γιουργάκ΄ς
-Κι μένα μαρή Μαργούδα, μ' αρέζ΄να βλιέπου Τσάμπιουνς Λινγκ, αλλά δε ξιέρου κι μπάλλα σαν του Μέσι!!!

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Ου γάιδαρους κι του γίδ'

Είνι δυο σμπέθερ' μαλουμέν΄...
Ου Γιώρς, είχι μια γίδα δημέν' κι τν΄παεινι να βουσκήσ'.
Του βλιέπ' η Γιάνς κι τουν φουνάζ':
-Που ρε τουν παένς, τουν Γάιδαρου;
-Καλά ρε γκαβάδ' είσι; Γίδα είν' αυτό.
-Κι ποιος σι έκρινι ισιένα ρε; Στου γίδ' κρένου...

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

"Τι ρε τ'ς κρένεις και δεν τ'ς χέ'ειζ;"

Αθήνα!Κηφισιά!Μέρες Χριστουγέννων...
Το κανάλι Mega κάνει ρεπορτάζ για τα έλατα και πάει σε έναν λουκουβιτ για συνέντευξη!
-"Καλημέρα σας.Πως πάει η κίνηση φέτος;"
-"Σκατά"
-"Αγοράζει ο κόσμος έλατα;"
-"Χέζει".
-"Θα ξανά 'ρθείτε και του χρόνου;"
-"Θα χέσω"
Και ακούγεται απο μακριά η φωνή του συνεταίρου.
"Τι ρε τ'ς κρένεις και δεν τ'ς χέ'ειζ;"

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Τα πουδάρια τσ΄ καρδούδας

Ήταν μια φουρά ου Μήτσιους ου Τυρουβούηζ, απ τα Μουδανιά, στου σκουλειο,  κι άκουσι τν΄ κυρά δασκάλα να ζητάει απ΄ τα πιδούδια να που κατ΄ που έχ΄πουδάρια.
-Ου σκύλους, λιέει η Ιλινίτσα
-Ου άνθρουπους κυρά δασκάλα, λιέει ου Κουστάκς,
-Η καρδιά, λιέει ου Γηράκς΄, 
-Βρε Γηράκ΄, η καρδούδα δεν έχ΄πουδάρια, απάντσει η κυρά δασκάλα
-Πως δεν έχ΄κυρά δασκάλα; λιέει ου Γηράκς. Αφού ιγώ, αφουκριέμι κάθι βράδ΄ τουν πατέρα μ΄που λιέει: ΄΄έλα καρδούδα μ΄, άνοιξι τα πουδάριας΄...

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Καπνίζ΄ του γαϊδούρ;

-Γιώρ΄.... καπνίζ΄ το γαϊδούρι ς΄??????? 
-Οχ΄ ρε. Λουλός είσι???? 
-Τότι πλάλει....... πήρει φουτιά ι στάβλους΄........

Η τούφα τσ΄ αδιρφής μ'

Ρουτάει, η δασκάλα, στν΄Καρκάρα, τα πιδούδια,

-Ποιο καλό πιδούδ΄θα μι πει, τι δλειά θέλ΄να κάν΄ όταν μιγαλώσ΄ ;
-Ιγώ, ιγώ, λιέει ου Γιουργάκς, ου Πατσιαβουράς... Ιγώ θα γίνου αγρότς, σα τουν πατέραμ΄
-Μπράβου Γιουργάκ΄, απουκρέτι η κυρά δασκάλα. Ποιο άλλο πιδούδ΄θα μας πει;
-Ιγώ θα γίνου σιρβιτόρα, λιέει η Φανούδα η Κλημαντάκηνα, σαν τν΄ξαδέρφημ΄ τν΄ Μπουλιώ.
-Αχουυυυυ, Μπράβου Φανούδα, λιέει όλου καμάρ΄, η δασκάλα. Άλλους; Ισυ βρε Αντρίκου, τι δλειά θα φκιάης;
-Ααααα ιγώ κυρά δασκάλα, θέλου να βγάλω τούφις παντού. Μια τούφα στν΄κοιλιά, μια στν΄, πλάτ΄, μια στα πουδάρια, κι μια στου σβέρκου.
-Τι λιές βρε Αντρίκου; Τι τσ΄θες αυτές τσ΄τούφις; Τι δλειά είνι αυτή;
-Ααααα κυρά δασκάλα, είνι πουλί καλή δλειά. Αφού να φανταστείς, η αδιρφήμ΄ έχ΄μια τούφα ανάμισα στα πουδάρια, κι έχ΄ τριλαθεί στου τάληρου...

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Ου Ιλιέφαντας κι ου Ριζουσπάστσ΄

Ήταν ου Γιουργάρας τ' Μπανάβα στου Βάβδου, μαζί μι τουν αξάδερφου τ΄ τουν Νικουλάκου, π΄ τουν πιρνούσι καμιά κουσαριά χρόνια. Παέν΄ου Γιουργάρας κι λιέει στουν Νικουλάκου:
-Νικουλάκου, το ξιρις οτ΄ πιτάει ου Ιλιέφαντας;
-Τι βλακείις λιές ρε Γιουργάρα; Απλουέτι ου Νικουλάκους
-Αλήθεια ρε, αλήθεια σι λιέου... βρουντουφουνάζ΄ ου Γιουργάρας
-Μα καλά ρε μαρμελέχα, πως σι ήρτει αυτή η χαζαμάρα; Ταραχίσκει ου Νικουλάκους
-Του διάβασα στου Ριζουσπάστ', φώναξι όλου καμάρ΄, ου Γιουργάρας
-Εεεεε, κοίταξι τώρα ρε ξαδερφούδ΄,  δεν είνι ότ΄ πιτάει ακριβώς, αλλά κατ΄ αλματούδια και κατ΄, πδηματούδια, τα φτιάν΄ ου Ιλέφαντας